Νανούρισμα
Μου ζήτησε εψές αργά,
που ξάπλωσες στο στρώμα
να σου κρατήσω συντροφιά,
να σου χαρίσω την καρδιά
κι ένα φιλί στο στόμα.
Μα εγώ με τόσα που περνώ,
χρόνο δεν είχα και μυαλό
και σ άφησα μονάχο.
Όμως μετά μετάνιωσα,
κάθισα και σου τα ‘γραψα
όσα στο νου μου τα ’χω.
Ηθελα πάντα η βραδιά,
σαν έρχεται, να φέρνει,
χίλια καλούδια στη ποδιά
και δίπλα σου να γέρνει.
Ένα αστέρι φωτεινό,
να φέγγει να διαβάζεις
και το φεγγάρι ολόγιομο,
σε έγνοια να με βάζεις.
Ένα καλάθι με καρπούς,
γλυκούς οσάν το μέλι,
την πείνα σου να πολεμούν
κι ένα χρυσό καρβέλι.
Μια φεγγαρίσια μάγισσα,
για να σε νανουρίσει,
να σου χαϊδέψει τα μαλλιά,
να σε γλυκοφιλήσει.
Και κειός ο δράκος ο κακός,
που όλους τους τρομάζει,
στα πόδια σου, σαν το σκυλί,
πιστά να σε κοιτάζει.
Νεράιδες τριγύρω σου,
να πλέκουνε στεφάνια,
να στα φορούνε στα μαλλιά,
στο στήθος τους γιορντάνια.
Του δάσους τα άγρια ξωτικά,
να κουβαλάνε ξύλα
και να σου φτιάχνουν πάπλωμα,
με λούλουδα και φύλλα.
Κι όλα του κόσμου τα παιδιά,
με μια φωνή μελένια,
να λεν τραγούδια μαγικά,
γλυκά, ξεψυχισμένα.
Κι ο ύπνος όταν θα φανεί,
να σέρνει το κατόπι,
ονείρατα βελούδινα,
όσα της γης οι τοποι.
Κι εσύ, καβάλα σ άλογο,
μ’ ολάνοιχτα φτερά,
να ταξιδεύεις όπου θες,
την κάθε σου φορά.
Και μες τον ύπνο να γελάς,
να γίνεσαι παιδί,
που όλες τις γης τις ομορφιές,
κατάφερε να δει.